γνωρίζω

γνωρίζω 1. делать известным; 2. знать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "γνωρίζω" в других словарях:

  • γνωρίζω — make known pres subj act 1st sg γνωρίζω make known pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρίζω — γνωρίζω, γνώρισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • γνωρίζω — και εγνωρίζω και ηγνωρίζω (AM γνωρίζω, Μ και ἐγνωρίζω και ἠγνωρίζω) 1. έχω μάθει, ξέρω κάτι 2. έχω γνωριμία με κάποιον, ξέρω κάποιον 3. αναγνωρίζω, παραδέχομαι κάτι 4. καθιστώ γνωστό, ανακοινώνω κάτι σε κάποιον 5. επαναφέρω στη μνήμη μου,… …   Dictionary of Greek

  • γνωρίζω — [гноризо] р. (μτβ.) знакомить, сообщать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γνωρίζω — γνώρισα, γνωρίστηκα, γνωρισμένος 1. μτβ., κάνω κάτι γνωστό, γνωστοποιώ: Μαζί της γνώρισε τον έρωτα. 2. αμτβ., ξέρω, μαθαίνω: Γνωριστήκαμε σε μια γιορτή. 3. αναγνωρίζω: Τον γνώρισε ανάμεσα στο πλήθος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γνωρίζεσθε — γνωρίζω make known pres imperat mp 2nd pl γνωρίζω make known pres ind mp 2nd pl γνωρίζω make known imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρίζετε — γνωρίζω make known pres imperat act 2nd pl γνωρίζω make known pres ind act 2nd pl γνωρίζω make known imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρίζῃ — γνωρίζω make known pres subj mp 2nd sg γνωρίζω make known pres ind mp 2nd sg γνωρίζω make known pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρίσουσι — γνωρίζω make known aor subj act 3rd pl (epic) γνωρίζω make known fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) γνωρίζω make known fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρίσουσιν — γνωρίζω make known aor subj act 3rd pl (epic) γνωρίζω make known fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) γνωρίζω make known fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωρίσω — γνωρίζω make known aor subj act 1st sg γνωρίζω make known fut ind act 1st sg γνωρίζω make known aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.